“Ανθρώπους ψάχνουμε, όχι ιδεολογίες. Ανθρώπους να ‘χουν θάρρος, αγάπη, καλοσύνη. Ανθρώπους  που δεν είναι ψεύτες, ρηχοί και βολεμένοι και ξέρουν να δίνουνε, όχι να ρουφάν και να εκμεταλλεύονται τους γύρω. Ανθρώπους, έστω, με καρδιά. Ας είναι δικηγόροι, παπάδες και αστυνόμοι. Ας είναι και χαφιέδες, κομουνιστές, αναρχικοί, αρκεί να έχουν τόλμη να κρατήσουν ένα λόγο και να πούνε την αλήθεια.”

Νικόλας Άσιμος

την επόμενη φορά που θα βιάζεσαι τόσο πολύ,
σκέψου πώς είναι περπατάς δίπλα σε ένα παιδί,
με το δικό του ρυθμό,
ακολουθώντας τα τοσοδούλικα βήματά του.

μη βιάζεσαι· θα το αφήσεις πίσω.

καθυστέρησε το χρόνο άφιξης στον προορισμό σου,
αφέσου στον αργό, αλλά σταθερό βηματισμό του παιδιού που περπατάει δίπλα σου.

 

 

 

 

 

τα καλοκαίρια μου μυρίζουν αγιόκλημα και ρίγανη,
φρεσκοκομμένο καρπούζι στη σκιά ενός δέντρου,
ψημένο καλαμπόκι ή θαλασσινά σε μια ψαροταβέρνα δίπλα στη θάλασσα.

τα καλοκαίρια μου έχουν τον ήχο των κυμάτων που σκάνε στην ακτή,
το σφύριγμα του καραβιού καθώς απομακρύνεται από το λιμάνι,
το τραγούδι των γλάρων και του τζίτζικα,
το ραδιόφωνο να παίζει Δεύτερο Πρόγραμμα την ώρα που πέφτει ο ήλιος.

τα καλοκαίρια μου έχουν τη γεύση ώριμης ντομάτας και παγωμένης μπύρας,
ζουμερού ροδάκινου κάτω από την ομπρέλα,
θαλασσινού νερού που κατάπια κατά λάθος, και καφέ στο μπαλκόνι.

τα καλοκαίρια μου είναι τα ψάθινα καπέλα,  τα παιχνίδια στην άμμο,
η αρμύρα στις σελίδες ενός βιβλίου, τα θερινά σινεμά,
τα πορτοκαλοκόκκινα ηλιοβασιλέματα, οι νυχτερινοί περίπατοι στο φως του φεγγαριού,
τα ανοιχτά παράθυρα και τα λευκά σεντόνια.

τα καλοκαίρια αυτά ‘γίναν ανάμνηση και τα κουβαλάω μέσα μου.
κι ευτυχώς, ακόμη, στις αναμνήσεις μας δε μπορεί κανείς να βάλει χέρι.*

Θυμάστε, τότε που ήμαστε ακόμη στο σχολείο, τα λυσάρια;

Μας τα δίνανε μαζί με το βιβλίο των μαθηματικών, αργότερα της φυσικής, της χημείας και περιείχαν όλες τις απαντήσεις στα ερωτήματα. Τα παίρναμε στα χέρια μας. Άλλοι κρυφογελούσαν, άλλοι τα κορόιδευαν, άλλοι ορκίζονταν ότι δε θα τ’ άνοιγαν ποτέ και πάει λέγοντας.

Λοιπόν, εμένα αυτά τα λυσάρια μού έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση. Καταρχάς ετίθετο το εξής βασικό ζήτημα: γιατί το κράτος μαζί με το ερώτημα να σου παραθέτει και την απάντηση; Γιατί να μη σ’ αφήνει να το διερευνήσεις και να δώσεις τη δική σου; (Λίγα μόλις χρόνια μετά τη σχολική ζωή, το ζήτημα πάει και λίγο παραπέρα: μήπως μ’ αυτόν τον τρόπο προσπαθεί να καλύψει τα δικά του κενά;)

Εν πάση περιπτώσει,  ας επιστρέψω στην παιδική αθωότητα. Που λέτε, εγώ μ’ αυτά τα αποκηρυγμένα, από τους πολλούς, λυσάρια είχα μια ξεχωριστή σχέση. Φρόντιζα κατά πρώτον να τα εξαφανίζω από το οπτικό πεδίο. Των άλλων. Έτσι αποκτούσα (ή έτσι νόμιζα ότι αποκτούσα) ένα κύρος: «μα εγώ δεν καταδέχομαι να αντιγράψω τη λύση! Ορίστε, δε γνωρίζω καν πού τα έχω βάλει!»

Φυσικά αυτό, όπως προείπα, ήταν καθαρά για τα μάτια των άλλων. Στην πραγματικότητα, και ακριβώς πού τα είχα βάλει θυμόμουν, και μόλις έκλεινε η πόρτα του δωματίου, έβγαιναν στο φως, έκαναν γρήγορα τη δουλειά τους, κι έπειτα κρύβονταν εκ νέου μέσα στα ντουλάπια. Έτσι οι ασκήσεις ήταν έτοιμες το συντομότερο και εγώ είχα περισσότερο χρόνο να ασχοληθώ με πράγματα που έβρισκα πολύ πιο ενδιαφέροντα από πέντε ανούσιες μαθηματικές σπαζοκεφαλιές.

Η επόμενη μέρα ήταν πάντα η αγαπημένη μου. Σε μία τάξη 20-25 μαθητών υπήρχε μοναχά μία πανομοιότυπη λύση. Η ξεπατικοσούρα από το λυσάρι. Αλλά ποιος να μιλήσει; Τί να πει; «Αυτός το αντέγραψε απ’ το λυσάρι.»;  Κι εσύ δηλαδή πού το ξέρεις; Μάλλον την έχεις κάνει κι εσύ τη βρωμιά σου…

Κάπως έτσι κυλούσαν οι μέρες και φτάσαμε να δίνουμε πανελλήνιες. Εκεί τα λυσάρια κάποιους τους πρόδωσαν. Άλλους όχι. Είχε όμως και χειρότερο. Περάσαμε σε μια σχολή κι εκεί δε μας έδωσαν λυσάρια. Φύγαμε από το σπίτι των γονιών μας και πήγαμε να ζήσουμε σ’ άλλη πόλη, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Και ‘κει μας δημιουργήθηκαν πολλά ερωτήματα. Αλλά κανείς δεν ήρθε να μας δώσει ένα λυσάρι. Είδαμε μαγαζιά να κλείνουν και κάθε μήνα οι γονείς να στέλνουν όλο και λιγότερα χρήματα. Και αναρωτηθήκαμε «γιατί;», αλλά κανένα λυσάρι δεν είχε την απάντηση. Κατεβήκαμε σε πορείες και μας έπνιξαν στα δακρυγόνα, είδαμε να χτυπούν τους φίλους μας, να βρίζουν και να διασύρουν τις ιερόδουλες, να κυνηγούν (sic) τους μετανάστες, τους αριστερούς, τους αναρχικούς και φωνάξαμε «ΓΙΑΤΙ;» αλλά απόκριση δεν πήραμε.

Ναι, θα ‘ταν πολύ ωραίο να ‘χαμε ένα λυσάρι μπροστά μας. Όταν το ερώτημα περιπλέκεται, ρίχνεις μια κλεφτή ματιά και όλα γίνονται τόσο απλά και κατανοητά, όλα λύνονται. Όμως, ξέρετε κάτι; Αρκετά με τα λυσάρια! Η θέση τους είναι σ’ εκείνο το ντουλάπι που τα άφησα όταν έφυγα από το πατρικό μου. Η ζωή δεν έχει ανάγκη από έτοιμες απαντήσεις. Η ζωή θέλει να γεννά ερωτήματα κι εσύ οφείλεις να είσαι έτοιμος να δώσεις τη δική σου μοναδική απάντηση. Όχι καμιά ξεπατικοσούρα του ποδαριού…

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.